Αυτισμός και ευελιξία της σκέψης και της συμπεριφοράς

Η αντίληψη, η μνήμη, η προσοχή, η σκέψη, οι ιδέες και άλλες νοητικές ικανότητες διαδραματίζουν πρωταρχικό ρόλο στη διαδικασία της επεξεργασίας των γνωστικών πληροφοριών και ως ένα βαθμό καθορίζουν το είδος, την ποιότητα και την αποτελεσματικότητα των γνωστικών λειτουργιών των παιδιών με αυτισμό (Peeters, 2000). Συνήθως, η καλή λειτουργία όλων των προαναφερόμενων ικανοτήτων αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση της μαθησιακής διαδικασίας. Είναι αυτονόητο, ότι οποιαδήποτε δυσκολία κατά τη διαδικασία της επεξεργασίας των πληροφοριών επεμβαίνει αρνητικά στη διαδικασία της μάθησης.
Σύμφωνα με την Uta Frith (1999), το κύριο πρόβλημα των παιδιών με αυτισμό είναι η ανικανότητά τους να συνενώσουν σε ολοκληρωμένα σύνολα κάθε είδους πληροφορίες, να συναισθανθούν τις ειδικές λειτουργίες του νου, τις σκέψεις, τις πεποιθήσεις, τα συναισθήματα, τις αλληλεπιδράσεις μέσω του λόγου.
Όταν λέμε ότι τα άτομα με αυτισμό έχουν διαφορετικό γνωστικό ύφος, εννοούμε βασικά ότι ο εγκέφαλός τους επεξεργάζεται διαφορετικά τις εισερχόμενες πληροφορίες. Ακούν, βλέπουν, πιάνουν, αλλά χειρίζονται τις πληροφορίες αυτές με διαφορετικό τρόπο. Για το λόγο αυτό ο ορισμός του DSM-IV για τον αυτισμό αναφέρεται σε «ποιοτικά ελλείμματα» στην επικοινωνία την κοινωνική συναλλαγή. (Wing, 2000˙ Peeters, 2000). Η ευελιξία της σκέψης και της συμπεριφοράς των παιδιών με αυτισμό συνήθως εκδηλώνεται με απουσία φανταστικού ή μιμητικού παιχνιδιού και ανικανότητα στο να δείχνουν σε αντικείμενα του άμεσου ενδιαφέροντός τους. Έχουν περιορισμένα ενδιαφέροντα και επαναλαμβανόμενες συμπεριφορές όπως: παράξενες αντιδράσεις σε ερεθίσματα, αυτοτραυματική συμπεριφορά, διάφορες στερεοτυπικές κινήσεις, προσκόλληση και εμμονή σε αντικείμενα ή ρουτίνες.
Αναλυτικότερα, οι τομείς που επηρεάζονται είναι οι παρακάτω:
Αντίληψη: Απόκλιση παρουσιάζεται και στον τρόπο με τον οποίο τα παιδιά με αυτισμό προσλαμβάνουν και επεξεργάζονται τα ερεθίσματα και τις εισερχόμενες πληροφορίες. Τούτο αποτελεί συνέπεια της κεντρικής γνωστικής δυσλειτουργίας (Peeters, 2000). Συνήθως, τα παιδιά αυτά αντιλαμβάνονται και παρατηρούν πολλές λεπτομέρειες στο περιβάλλον, που εμείς ούτε καν προσέχουμε, χωρίς να τις συνδέουν σ’ ένα σύνολο με νόημα. (Jordan & Powell, 2000). Όλες οι πληροφορίες εισέρχονται με την ίδια σημασία και τα παιδιά με αυτισμό έχουν δυσκολία να διακρίνουν το σημαντικό από το ασήμαντο σε κάθε περίσταση (Jordan, 2000˙ Jordan & Powell, 2001˙ Peeters, 2000).
Προσοχή: Χαρακτηριστικό της ποιότητας σκέψης στον αυτισμό είναι ο τρόπος με τον οποίο εστιάζουν σε ορισμένα ερεθίσματα με προσοχή τύπου «τούνελ». Μόνο ορισμένα ερεθίσματα γίνονται αντιληπτά ταυτόχρονα, ενώ όσα βρίσκονται έξω από το «τούνελ» της προσοχής αγνοούνται (Jordan & Powell, 2001). Τα παιδιά με αυτισμό έχει βρεθεί ότι έχουν φτωχή συγκέντρωση ή έχουν διαταραχή προσοχής, ενώ στην πραγματικότητα έχουν εξαιρετικά υψηλό επίπεδο συγκέντρωσης προσοχής. Το πρόβλημα είναι ότι η προσοχή τους έχει ιδιοσυγκρασιακό χαρακτήρα και δεν εστιάζεται στο θέμα που θέλει ο/η εκπαιδευτικός (Jordan & Powell, 2001). Πολλά άτομα με αυτισμό αναφέρουν ότι τους είναι δύσκολο να εστιάσουν την προσοχή τους σε χώρο με πολλά ερεθίσματα (Grandin, 1995). Το πιο τεκμηριωμένο, ωστόσο, πρόβλημα προσοχής στον αυτισμό, είναι το σχετικό με την από κοινού προσοχή, που βρίσκεται στην καρδιά των διαπροσωπικών δυσκολιών (Jordan & Powell, 2001˙ Peeters, 2000˙ Wing, 2000).
Σκέψη - απόκτηση εννοιών: Ο τρόπος σκέψης των παιδιών με αυτισμό είναι πολύ συγκεκριμένος και η κατανόηση του προφορικού λόγου κυριολεκτική (Collia - Faherty, 1999). Δεν συνδέουν τις πληροφορίες για να βγάλουν συμπεράσματα, κάνουν συνεχώς τα ίδια λάθη και δε μαθαίνουν από την εμπειρία. Είναι επίσης διαπιστωμένη η δυσχέρεια τους να μεταφέρουν γνώσεις και δεξιότητες σε νέες συνθήκες (Jordan & Powell, 2000). Λόγω της άκαμπτης σκέψης τους, δυσκολεύονται να ανακαλέσουν την κατάλληλη στρατηγική για να επιλύσουν προβλήματα. Και αυτό, διότι δεν γνωρίζουν τις στρατηγικές που διαθέτουν και χρησιμοποιούν πάντα την ίδια στρατηγική ανεξάρτητα από την αποτελεσματικότητά της (Jordan & Powell, 2001˙ Peeters, 2000).
H Jordan (2000) υποστηρίζει ότι υπάρχουν δύο χαρακτηριστικά σκέψης στον αυτισμό: ο τρόπος με τον οποίο κωδικοποιούνται, αποθηκεύονται και ανακαλούνται οι πληροφορίες από την μνήμη και ο ρόλος του συναισθήματος στις διαδικασίες αυτές. Από τα παράδοξα του αυτισμού είναι ότι τα παιδιά με αυτισμό διαθέτουν μερικές φορές εντυπωσιακή – παπαγαλίστικη ικανότητα μνήμης, αλλά δυσκολεύονται στην ανάκληση προσωπικών γεγονότων.
Μίμηση: Τα παιδιά με αυτισμό συνήθως έχουν φτωχές δεξιότητες μίμησης και συχνά προσπαθούν να αντιγράψουν μορφές συμπεριφοράς, χωρίς να τις προσαρμόζουν στο πλαίσιο των αναγκών τους. «Έτσι, η μίμηση του παιδιού με αυτισμό έχει μια «παρασιτική» ποιότητα και είναι δύσκολο να τη χρησιμοποιούμε ως τεχνική για διδασκαλία» (Jordan & Powell, 2001). Για τους μαθητές της Γενικής Αγωγής, η κοινωνική μάθηση που βασίζεται στη μίμηση προτύπων και αποτελεί πρωταρχικό εργαλείο στην εκπαίδευσή τους. Αντίθετα, οι μαθητές με αυτισμό χρειάζονται ιδιαίτερη εκπαίδευση στις δεξιότητες μίμησης, που θεωρούνται θεμελιακές για την απόκτηση άλλων δεξιοτήτων (Α.Π.Σ., 2004).
Μνήμη: «Συχνά αναφέρεται ότι τα παιδιά με αυτισμό έχουν εξαιρετικά καλή μνήμη» (Jordan & Powell, 2001). Διακρίνονται, επίσης, για την καταπληκτική ικανότητα ανάκλησης λεπτομερειών που διαθέτουν (Jordan, 2000). Δυσκολεύονται να οργανώσουν και να τακτοποιήσουν πράγματα ή ενέργειες. Και αυτό, διότι αποθηκεύουν πληροφορίες αποσπασματικά, ανεξάρτητα από το κοινωνικό πλαίσιο και τη χρονική σχέση με άλλα γεγονότα. Επίσης, διαθέτουν φτωχή αυτοβιογραφική μνήμη, που αποτελεί πρόβλημα γνωστικού τύπου, ενώ διαθέτουν καλή σημασιολογική μνήμη και εξαιρετική επαναληπτική μνήμη. Η οπτική τους μνήμη, επίσης, είναι πάρα πολύ καλή, σε αντίθεση με την ακουστική, που λειτουργεί βοηθητικά. Όταν οι πληροφορίες παρουσιάζονται οπτικά με εικόνες και λέξεις αποδίδουν καλύτερα, διότι είναι άτομα με εξαιρετικές οπτικές ικανότητες (Jordan & Powell, 2001˙ Peeters, 2000˙ Wing, 2000).
Αναλογιζόμενοι όλα τα παραπάνω, είναι πολύ εύκολο να κατανοήσουμε, ότι τα παιδιά με αυτισμό ζουν σ’ ένα αποσπασματικό, από κάθε άποψη κόσμο. Όπως τονίζει η Jordan (2000), οι δυσκολίες στην ευελιξία της σκέψης και της συμπεριφοράς επιδρούν θεμελιακά στη μάθηση. Και αυτό δεν έχει τόσο να κάνει με την έλλειψη δεξιοτήτων και κατανόησης πραγμάτων (μολονότι μπορεί να υπάρχουν και τέτοια κενά στην εξέλιξη), όσο με ένα διαφορετικό τρόπο σκέψης και κατανόησης. Όλοι οι μαθητές με αυτισμό, ανεξάρτητα από τις γενικές τους ικανότητες παρουσιάζουν ένα ανομοιογενές προφίλ δεξιοτήτων. Ωστόσο, η ύπαρξη υψηλών δεξιοτήτων σε ένα τομέα, δεν σημαίνει ότι έχουν κατακτηθεί άλλες πλέον στοιχειώδεις. Πρακτικά αυτό σημαίνει, ότι πρέπει πριν διδάξουμε σε παιδιά με αυτισμό, να κατανοήσουμε τον τρόπο που μαθαίνουν (Jordan & Powell, 2001).

Leave a reply

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *