ΔΙΑΤΑΡΑΧΕΣ ΛΟΓΟΥ ΚΑΙ ΟΜΙΛΙΑΣ

Δυσπραξία

Ο όρος δυσπραξία αναφέρεται σε παιδιά και δηλώνει μια διαταραχή του κινητικού συντονισμού που επηρρεάζει την ικανότητά τους να εκτελούν εκούσιες μυικές κινήσεις. Είναι συχνότερη στα αγόρια από ότι στα κορίτσια, και αποτελεί μια ξεχωριστή διαταραχή , που εντοπίζεται στον κινητικό προγραμματισμό, δηλαδή στην λειτουργία του εγκεφάλου να συντονίζει μια σειρά από μυικές κινήσεις για την εκτέλεση μιας ηθελημένης πράξης. Όταν πρόκειται για ακούσιες κινήσεις, τότε οι ίδιοι μύες λειτουργούν φυσιολογικά.
Δεν αναφερόμαστε λοιπόν σε νευρομυικές βλάβες, αλλά σε διαταραχή της ανάπτυξης περιοχών του εγκεφάλου που είναι υπεύθυνες για τον «προγραμματισμό» και τον συντονισμό λεπτών και περίπλοκων χειρισμών.

 

Γενικά Χαρακτηριστικά:

Ένα παιδί με δυσπραξία μπορεί να δυσκολεύεται να εκτελέσει από απλές καθημερινές πράξεις (όπως να χαιρετήσει), εώς περίπλοκες (να βουρτσίσει τα δόντια). Επίσης, μπορεί να παρουσιάζει καθυστέρηση στην πλευρίωση (εδραίωση αριστερού ή δεξιού χεριού) και να χρησιμοποιεί και τα δύο χέρια, γεγονός που προκαλεί προβλήματα κατά την είσοδό του στο σχολείο.
Γενικά, το παιδί ενδεχομένως να χαρακτηρίζεται ώς «ανοργάνωτο» ή «άτσαλο», να είναι επιρρεπές σε ατυχήματα, και να εκδηλώνει αντιδραστικότητα στην εκτέλεση δραστηριοτήτων που απαιτούν λεπτές κινήσεις (όπως παζλ). Ακόμη, ίσως να μην μπορεί να χειριστεί τα παιχνίδια του δημιουργικά, και αντιδρώντας να τα καταστρέφει. Σε παιδιά του σχολείου, η δυσπραξία επηρρεάζει την ανάπτυξη των κοινωνικών δεξιοτήτων και τις σχέσεις με τους συνομιλήκους.

Εξελικτική Λεκτική Δυσπραξία

Η λεκτική δυσπραξία μπορεί να είναι εξελικτικής μορφής, δηλαδή να υπάρχει από την γέννηση ή μπορεί να είναι επίκτητη, ως αποτέλεσμα εγκεφαλικού τραύματος. Ένα παιδάκι με εξελικτικής μορφής δυσπραξία, μπορεί να μην βαβίζει πολύ ώς βρέφος, να καθυστερήσει να πεί τις πρώτες του λεξούλες (να ξεκινήσει 2,5-3 ετών), ή να έχει πολύ περιορισμένο λεξιλόγιο.
Το παιδί δυσκολεύεται να βάλει στη σειρά τους ήχους και τις συλλαβές, γι’αυτό συχνά υπεραπλουστεύει τις λέξεις παραλείποντας συλλαβές ή χρησιμοποιώντας «αρμονίες» (π.χ.το «καπέλο» γίνεται «πεπέλο», δηλ.η πρώτη συλλαβή γίνεται ίδια με τη δεύτερη).
Καθυστερεί να κατακτήσει τα σύμφωνα στην ομιλία του, ενώ οι αντικαταστάσεις των φωνημάτων είναι μη σταθερές και πολύ συχνές, οπότε η ομιλία είναι σε μεγάλο ποσοστό ακατάληπτη ακόμη και από τα οικεία πρόσωπα. Η δυσκολία αυξάνεται όσο μεγαλώνει η δομή και η περιπλοκότητα των λέξεων (τρισύλλαβες, τετρασύλλαβες, ύπαρξη συμπλεγμάτων).

Εξελικτική Στοματική Δυσπραξία

Η στοματική δυσπραξία αφορά στην εκτέλεση στοματικών ή λαρυγγικών κινήσεων, οι οποίες είναι μη λεκτικές. Υπάρχει δυσκολία στο να πραγματοποιηθούν κινήσεις μετά από εντολή π.χ. «βήξε» ή «βγάλε τη γλώσσα», ενώ οι ίδιες κινήσεις γίνονται φυσιολογικά κατά τη μάσηση και την κατάποση. Εμφανίζονται κινήσεις «ψαξίματος», δηλαδή ορατές προσπάθειες για την σωστή τοποθέτηση της γλώσσας ή των χειλιών. Η ύπαρξη στοματικής δυσπραξίας σχεδόν πάντα σημαίνει οτι θα συνυπάρχει και η λεκτική. Αντίθετα, η ύπαρξη λεκτικής δυσπραξίας δεν σημαίνει οτι θα συνυπάρχει και η στοματική.

Διάγνωση-Θεραπεία:

Ο λογοθεραπευτής, δεδομένου ότι απουσιάζουν άλλες διαταραχές (όπως εγκεφαλική παράλυση, ημιπληγία, νοητική υστέρηση, διάχυτη αναπτυξιακή διαταραχή) θα αξιολογήσει λεπτομερώς το παιδί με μια σειρά από δοκιμασίες, και εφ’όσον επιβεβαιώσει την ύπαρξη λεκτικής ή/και στοματικής δυσπραξίας, θα εφαρμόσει το κατάλληλο θεραπευτικό πρόγραμμα. Όσο νωρίτερα διαγνωσθεί, τόσο το καλύτερο για το παιδί γιατί πρέπει να αναφερθεί ότι η δυσπραξία είναι μια δύσκολη διαταραχή που χρειάζεται πολύ χρόνο και προσπάθεια για να ξεπεραστεί.

 

Προσωδία

Αυτή η συμπεριφορά θεωρείται φυσιολογική στα πολύ μικρά παιδιά επειδή μιμούνται τους μεγαλύτερους, ως φαινόμενο όμως πρέπει να εξαλείφεται στην ηλικία των δύο ετών.
Υπάρχει άμεση και καθυστερημένη ηχολαλία. Ενίοτε αυτό το φαινόμενο εμφανίζεται και σε βαριάς μορφής νοητική υστέρηση του ατόμου.
Οι αλλαγές στην φωνή επιτελούνται αυτόματα όταν μιλάμε, αποτελούν όμως πολύπλοκες αλληλεπιδράσεις μεταξύ των συναισθηματικών και κινητικών κέντρων του εγκεφάλου, των νεύρων και των μυών. Βλάβη σε οποιονδήποτε από τους παραπάνω τομείς μπορεί να προκαλέσει διαταραχές στην προσωδία και επομένως στην έκφραση και επικοινωνία.
Έτσι, μια διαταραχή προσωδίας μπορεί να είναι εμφανής σε ψυχογενείς (οφειλόμενες σε ψυχολογικά αίτια) ή οργανικές δυσφωνίες (από φωνητική κατάχρηση), σε δυσαρθρίες (βλάβη εγκεφαλικών νεύρων, μυών), όπως επίσης και σε διαταραχές του αυτιστικού φάσματος (π.χ. σύνδρομο Asperger).

 

Χαρακτηριστικά:

Σε μια προσωδιακή διαταραχή, η φωνή μπορεί να είναι επίπεδη, μονότονη, χωρίς συναίσθημα, «κοφτή», ψυθιριστή, ή με ασταθείς διακυμάνσεις ύψους, έντασης και ρυθμού. Η εντύπωση που μπορεί να δίνεται στον ακροατή κάποιες φορές είναι οτι ο ομιλητής δεν έχει διάθεση για συνομιλία.

Διάγνωση-Θεραπεία:

Η διάγνωση πραγματοποιείται από λογοπεδικό, αφού αξιολογηθούν τα συμπτώματα, οι αιτίες και η σοβαρότητα της διαταραχής. Η λογοθεραπευτική αντιμετώπιση μπορεί να συνδιαστεί με ψυχολογική ή ιατρική ανάλογα με την αιτιολογία της διαταραχής.

 

Διαταραχές φώνησης

Πρόκειται για παθήσεις που εκδηλώνονται με αλλαγή της χροιάς της φωνής (βραχνάδα).
Οι διαταραχές της φώνησης διακρίνονται σε δύο κατηγορίες

1.Οργανικές διαταραχές φώνησης που περιλαμβάνουν:

a.Παθολογία του λάρυγγα
b.Ανατομικές ανωμαλίες
c.Νευρογενείς διαταραχές
d.Ενδοκρινολογικές διαταραχές

2.Μη οργανικές διαταραχές φώνησης που περιλαμβάνουν:

a.Υπερκινητική δυσφωνία
b.Ψυχογενείς δυσφωνίες

Πριν από την έναρξη οποιασδήποτε θεραπείας πραγματοποιείται ενδοσκόπηση του λάρυγγα από την μύτη ή το στόμα και καταγραφή της εικόνας για την σύγκριση μετά την θεραπεία.

Διαταραχές Ροής της Ομιλίας – Τραυλισμός

Ο τραυλισμός θεωρείται μια διαταραχή της ροής της ομιλίας. Σε αυτή την διαταραχή, η μετάβαση μεταξύ ήχων, συλλαβών, λέξεων και φράσεων δεν είναι ομαλή. Η ομιλία χαρακτηρίζεται ώς «δύσρυθμη» δηλαδή ο ρυθμός της είναι ασταθής. Μπορεί να παρουσιάζονται «δυσρυθμίες» όπως επαναλήψεις συλλαβών (πα-πα-παπί), λέξεων (θέλω-θέλω-θέλω να φύγω) ή και ολόκληρων φράσεων, μπλοκαρίσματα (π-π-π-π-πάω), επι Ο τραυλισμός διαχωρίζεται σε εξελικτικό και επίκτητο. Ο εξελικτικός τραυλισμός εμφανίζεται στην πρώιμη παιδική ηλικία 30-36 μηνών μέχρι περίπου τα 7-8 έτη (με μέσο όρο τα 4 έτη), έχει σταδιακή έναρξη σε ποσοστό 70% και εμφανίζεται περισσότερο σε αγόρια από ότι σε κορίτσια (με αναλογία 3:1). Η εμφάνιση δυσρυθμιών σε αυτές τις ηλικίες θεωρείται φυσιολογική. Έχει παρατηρηθεί ότι σε κάποιες περιπτώσεις ο τραυλισμός σε παιδιά εώς 4 ετών παρουσιάζει αυθόρμητη υποχώρηση. Ο επίκτητος τραυλισμός εμφανίζεται σε οποιαδήποτε ηλικία, έχει ξαφνική έναρξη, είναι αποτέλεσμα εγκεφαλικού ή ψυχολογικού τραύματος και αντιστοιχεί σε μικρό αριθμό κλινικών περιπτώσεων.

Αιτιολογία:

Κατά βάση ο τραυλισμός αποδίδεται σε οργανικά και γενετικά αίτια, όμως αυτά ορίζουν την προδιάθεση ενός ατόμου, χωρίς να σημαίνει οτι το άτομο αυτό θα εμφανίσει τραυλισμό. Αυτό που ευνοεί περισσότερο την εμφάνιση του τραυλισμού είναι οι περιβαλλοντικοί παράγοντες, όπως οι αυξημένες απαιτήσεις για επικοινωνία, ο ανταγωνισμός στην οικογένεια, το μή σταθερό και απαιτητικό καθημερινό πρόγραμμα και η αντίδραση του περιβάλλοντος σε φαινόμενα τραυλισμού. Το τελευταίο θεωρείται ο πιο καθοριστικός παράγοντας στο άν ο τραυλισμός θα επιδεινωθεί ή θα μειωθεί. Εάν ένα παιδί εμφανίσει κάποιες φυσιολογικές δυσρυθμίες και οι γονείς θεωρήσουν οτι το παιδί τους «τραυλίζει» τότε σχεδόν βέβαια το παιδί αυτό θα εξελιχθεί σε άτομο με τραυλισμό. Άν αντίθετα, θεωρήσουν φυσιολογικές κάποιες δυσρυθμίες, τότε είναι πιό πιθανό το παιδί να τις ξεπεράσει.

Διάγνωση-Αντιμετώπιση:

Αυτό που καθορίζει το άν ένα άτομο έχει τραυλισμό ή όχι, είναι η συχνότητα, η σοβαρότητα, η διάρκεια και το είδος των δυσρυθμιών. Επίσης, ένα άτομο που τραυλίζει μπορεί να εμφανίζει μή λεκτικά χαρακτηριστικά τραυλισμού, όπως μυική ένταση ή αποφυγή για συνομιλία. Σε κάθε περίπτωση, οι δυσρυθμίες χρήζουν λογοθεραπευτικής αξιολόγησης, ώστε να διαπιστωθεί άν πρόκειται για φυσιολογικές δυσρυθμίες ή τραυλισμό. Λόγω των ψυχολογικών προεκτάσεων που αποκτά ο τραυλισμός, όσο το άτομο μεγαλώνει και αντιλαμβάνεται τη δυκολία του στην ομιλία, είναι απαιραίτητη η έγκαιρη αντιμετώπισή του από ειδικούς όπως λογοπεδικό και παιδοψυχολόγο.

Π.χ επιμηκύνσεις φωνημάτων (τιιιιιι θέλεις;)

 

ΔΥΣΑΡΘΡΙΑ

Ορισμός

Η δυσαρθρία είναι μια κινητική διαταραχή του λόγου και είναι αποτέλεσμα παράλυσης, αδυναμίας και έλλειψης συγχρονισμού των μυών της ομιλίας. Η προέλευσή της είναι νευρολογική. Ο ορισμός αυτός περιλαμβάνει κάθε σύμπτωμα κινητικής διαταραχής της αναπνοής, της φώνησης, της ηχηρότητας, της άρθρωσης και της προσωδίας. Η βλάβη στο κινητικό σύστημα υπεύθυνο για την ομιλία μπορεί να συμβεί σε οποιοδήποτε σημείο του από τον εγκέφαλο μέχρι τον μυ.

Αίτια

1. Βλάβες των Άνω Κινητικών Νευρώνων( Σπαστική Δυσαρθρία)

Η βλάβη των άνω κινητικών νευρώνων μπορεί να είναι αποτέλεσμα εγκεφαλαγγειακών ατυχημάτων, κρανιακού τραύματος, όγκου και μόλυνσης. Σε αυτή την περίπτωση η βλάβη βρίσκεται σε κάποιο σημείο της φλοιοπρομηκικής ή φλοιονώτιαίας οδού.

2. Βλάβες των Κάτω Κινητικών Νευρώνων

( Χαλαρή Δυσαρθρία)
Η αιτιολογία της δυσαρθρίας σε αυτή την περίπτωση μπορεί να αναζητηθεί σε ιογενείς λοιμώξεις, όγκους , τραύμα στο ίδιο το νεύρο ή ένα εγκεφαλαγειακό επεισόδιο στο εγκεφαλικό στέλεχος.

3. Μικτές Βλάβες των Άνω και Κάτω Κινητικών Νευρώνων

Η περίπτωση της αμυοτροπικής πλευρικής σκλήρυνσης.(ALS)
Συχνά παρουσιάζεται το φαινόμενο μια παθολογική διαδικασία που οφείλεται σε βλάβη ή ασθένεια να μην περιορίζει τις βλαβερές τις επιδράσεις, μόνο σε ένα κινητικό σύστημα, αλλά να επηρεάζει τόσο το σύστημα των άνω όσο και των κάτω κινητικών νευρώνων. Το συνηθέστερο παράδειγμα τέτοιων βλαβών είναι η αμυοτροπική πλευρική σκλήρυνση ( σύνδρομο Lou Gehrig) η οποία προκαλεί προοδευτικό εκφυλισμό των νευρώνων του άνω και κάτω κινητικού συστήματος και είναι άγνωστης αιτιολογίας. Η έναρξη παρατηρείται συνήθως μέσα στην Πέμπτη δεκαετία της ζωής ενός ανθρώπου.

4. Εξωπυραμυδικές Βλάβες ( Δυσκινητική Δυσαρθρία)

Υποκινητική δυσαρθρία : Παρκινσονισμός

Η ασθένεια του Πάρκινσον είναι συνήθως ιδιοπαθείς, αλλά τα παρκινσονικά συμπτώματα μπορούν να προκληθούν και από δηλητηρίαση με μονοξείδιο του άνθρακα, αρτηριοσκλήρυνση, δηλητηρίαση από μαγγάνιο ή μερικά ηρεμιστικά χάπια. Σε αυτή την ασθένεια λαμβάνουν χώρα εκφυλιστικές αλλαγές στη δικτυωτή ουσία, που δημιουργούν ελλείψεις στον χημικό νευροδιαβιβαστή ντοπαμίνη στον κερκοφόρο πυρήνα και στην έσω του φακοειδούς πυρήνα.

5. Υπερκινητικές δυσαρθρίες

Ενώ η υποκινητική δυσαρθρία και η υποκινησία σχετίζονται με μείωση των κινήσεων, λόγω βλάβης στο εξωπυραμιδικό σύστημα, η υπερκινητική δυσαρθρία σχετίζεται με αύξηση της κίνησης. Οι ακούσιες κινητικές διαταραχές του τρόμου, της χορείας της αθέτωσης, και της δυστονίας είναι επίσης επακόλουθα βλαβών του εξωπυραμιδικού συστήματος.

6. Η Παρεγκεφαλίδα και οι Βλάβες της : Αταξική Δυσαρθρία

Η βλάβη μπορεί να εντοπίζεται στην παρεγκεφαλίδα και μπορεί να είναι μέρος μιας γενικευμένης βλάβης, που επηρεάζει πολλά συστήματα. Οι αιτιολογίες εντοπισμένων βλαβών περιλαμβάνουν τα εγκεφαλαγγειακά επεισόδια, τραύμα, τους όγκους, την τοξίκωση από αλκοόλ, και την σκλήρυνση κατά πλάκας. Η εγκεφαλίτιδα, οι αγγειακές βλάβες, ο νευρωνικός εκφυλισμός, ο καρκίνος του πνεύμονα και η σκλήρυνση κατά πλάκας είναι μερικά από τα αίτια γενικευμένης βλάβης που μπορεί να περιλαμβάνουν το παρεγκεφαλιδικό σύστημα.

7. Άλλες Μικτές Δυσαρθρίες με Διάσπαρτες Βλάβες

Σκλήρυνση κατά πλάκας : Μικτή σπαστική αταξική δυσαρθρία
Η αιτιολογία της σκλήρυνσης κατά πλάκας όπως και των άλλων απομυελινωτικών διαταραχών, είναι ακόμη άγνωστη. Είναι μια περίπλοκη ασθένεια που προκαλεί απομυελίνωση πολλών νευρωνικών δικτύων κυρίως της λευκής ουσίας. Οι βλάβες επηρεάζουν όλο το Κ.Ν.Σ. αλλά συνήθως δεν επηρεάζουν το περιφερειακό νευρικό σύστημα.

8. Νόσος του Wilson : Αταξική – σπαστική υπερκινητική δυσαρθρία .

Η νόσος του Wilson είναι μια σπάνια διαταραχή του μεταβολισμού που σχετίζεται σε ελλείψεις σε μια πρωτεΐνη. Η νόσος είναι γονιδιακή και η ηλικία έναρξής της είναι μεταξύ 10 και 16 χρονών. Εάν διαγνωσθεί έγκαιρα, ένα διατροφικό και θεραπευτικό σχήμα μπορούν να αποκαταστήσουν τα φυσιολογικά επίπεδα του χαλκού στον οργανισμό και να επανέλθει ο ασθενής στη φυσιολογική του κατάσταση.

Αξιολόγηση

Η αξιολόγηση του ασθενή θα πρέπει να γίνει για τις παρακάτω παραμέτρους της δυσαρθρίας ξεχωριστά :

• Αναπνοή
• Φώνηση
• Κινητικότητα / συμμετρία μυών προσώπου
• Διαδοχοκίνηση
• Αντανακλαστικά
• Άρθρωση
• Καταληπτότητα
• Προσωδία

Για την αξιολόγηση χρησιμοποιείται οποιαδήποτε κλίμακα αξιολόγησης δυσαρθριών που κυκλοφορεί στο εμπόριο ή κάποια άλλη, σταθμισμένη και αξιόπιστη φυσικά, κλίμακα, που μπορεί να κατασκευασθεί και από τον ειδικό. Θα πρέπει επίσης να ληφθούν σοβαρά υπόψη από τον θεραπευτή τα παράπλευρα / σύνοδα οργανικά προβλήματα που μπορεί να αντιμετωπίζει ο δυσαρθρικός ασθενής

Ηχολαλία.

Η ηχολαλία είναι παθολογική κατάσταση κατά την οποία ο ασθενής επαναλαμβάνει πιστά και άσκοπα λέξεις ή φράσεις που ακούει απ` το περιβάλλον του.
Αυτή η συμπεριφορά θεωρείται φυσιολογική στα πολύ μικρά παιδιά επειδή μιμούνται τους μεγαλύτερους, ως φαινόμενο όμως πρέπει να εξαλείφεται στην ηλικία των δύο ετών.
Υπάρχει άμεση και καθυστερημένη ηχολαλία. Ενίοτε αυτό το φαινόμενο εμφανίζεται και σε βαριάς μορφής νοητική υστέρηση του ατόμου.

ΔΥΣΛΕΞΙΑ

Πρόλογος

Τα τελευταία χρόνια παρατηρείται μια αύξηση του ενδιαφέροντος, τόσο των γονιών όσο και των εκπαιδευτικών, για την δυσλεξία. Πράγματι η δυσλεξία είναι ένα φαινόμενο που παρατηρείται σ΄όλες τις χώρες που συνεχώς τα ποσοστά της αυξάνονται.
Αυτή η αύξηση των ποσοστών δυσλεξίας, δεν κίνησε το ενδιαφέρον μόνο των γονιών, αλλά και του κράτους. Το κράτος το οποίο αποτελεί τον κυριότερο «μοχλό» αντιμετώπισης της, με την παροχή της κατάλληλης αγωγής. Θα πρέπει να τονίσουμε ότι η κατάλληλη αγωγή δεν περιορίζεται μόνο στο σχολείο, αλλά με την βοήθεια της κοινωνίας, η οποία θα εμψυχώσει το δυσλεξικό παιδί για συνεχή προσπάθεια. Επίσης η κοινωνία θα βοηθήσει πολύ με το να δεχτεί το δυσλεξικό παιδί όπως είναι και όχι να το περιθωριοποιήσει

Ορισμός

«Δυσλεξία είναι μια σύνθετη νευρολογική κατάσταση που έχει ιδιοσυστατική προέλευση.
– Τα συμπτώματα μπορεί να επηρεάζουν πολλούς τομείς της μάθησης και της δραστηριότητας, και μπορεί να περιγράφει ως ειδική δυσκολία στην ανάγνωση την ορθογραφία και τη γραπτή γλώσσα. Ένας ή περισσότεροι από τους τομείς αυτούς μπορεί να επηρεάζονται. Ο χειρισμός των αριθμών και των μουσικών σημείων οι κινητικές λειτουργίες και οι οργανωτικές δεξιότητες μπορεί ακόμα να εμπλέκονται. Ωστόσο σχετίζεται ιδιαίτερα με τον έλεγχο του γραπτού λόγου, αν και ο προφορικός λόγος επηρεάζεται σε κάποιο βαθμό (Cjacobson, 1997, σ. 33).
– Επίσης ένας ακόμα ορισμός λέει ότι:
«Η δυσλεξία είναι μια νευρολογικής φύσεως συχνά οικογενειακή διαταραχή, που έχει σχέση με την επεξεργασία του λόγου.
Ποικίλλει ως προς το βαθμό σοβαρότητας, εκδηλώνεται με δυσκολίες στην πρόληψη της γλώσσας και τη γλωσσική έκφραση, συμπεριλαμβανομένης της φωνολογικής επεξεργασίας, με δυσκολία στην ανάγνωση, τη γραφή, την ορθογραφία και μερικές φορές την αρίθμηση. Η δυσλεξία δεν οφείλεται σε έλλειψη κινήτρων, σε αισθητηριακές βλάβες, σε ακατάλληλη διδασκαλία ή σε απρόσφορες συνθήκες περιβάλλοντος, ωστόσο μπορεί να συνυπάρχει με αυτές τις καταστάσεις. Αν και η δυσλεξία είναι ένα πρόβλημα που το αντιμετωπίζουν τα άτομα σε όλη τους τη ζωή κάποια δυσλεξικά άτομα συχνά ανταποκρίνονται επιτυχώς, στην εγκαιρη και κατάλληλη παρέμβαση» (Parn Frey, 1995 1997 α΄ Thomson, 1997).

Αίτια της δυσλεξίας.

Ο προσδιορισμός των βαθύτερων λειτουργικών ανωμαλιών που προκαλούν το φαινόμενο της δυσλεξίας αποτελεί χρόνια τώρα σημείο διαφωνία. Πάντως οι επικρατέστερες απόψεις λένε ότι η δυσλεξία οφείλεται σε 4 διαφορετικές αιτίες,
α) νευρολογικής υπολειτουργίας
β) ελλιπούς ημισφαιρικής κυριαρχίας
γ) γεννητικών ανωμαλιών και
δ) λειτουργικών ανωμαλιών στην αντιληπτική και γνωστική επεξεργασία.

α) Νευρολογικές Υπολειτουργίες:

Από αρκετούς ερευνητές έχει υποστηριχθεί η άποψη ότι η ειδική δυσλεξία εκδηλώνεται σε άτομα στα οποία επίσης παρατηρούνται ελαφρές λειτουργικές ανωμαλίες νευρολογικής φύσεως. Τα συμπτώματα αυτά είναι πιθανότερο να παρατηρηθούν σε παιδιά παρά σε εφήβους, περιλαμβάνουν δυσκολίες στην αντίληψη και οργάνωση του χώρου στη διάκριση των αντικειμένων από τον περιβάλλοντα χώρο και ακόμα στην άρθρωση του προφορικού λόγου. Αποτέλεσμα των παρατηρήσεων αυτών ήταν η διαμόρφωση δύο βασικών νευρολογικών θεωριών για την ερμηνεία της δυσλεξίας.

Η πρώτη θεωρία υποστηρίζει ότι η ειδική δυσλεξία είναι αποτέλεσμα μιας αμφίπλευρης ελαττωματικής ανάπτυξης των πίσω περιοχών του εγκεφάλου, η οποία μπορεί να οφείλεται σε ασθένεια ή σε κληρονομικούς παράγοντες. Αυτό είναι πιθανό να προκαλέσει οργανωτικές ανωμαλίες που με τη σειρά τους δημιουργούν προβλήματα στην απόκτηση της αναγνωστικής ικανότητας.

Η δεύτερη θεωρία που προτάθηκε κυρίως από τον Orton υποστηρίζει ότι η ειδική δυσλεξία οφείλεται σε ελαττωματική γενική οργάνωση του εγκεφάλου. Με βάση τη θεωρία αυτή διατυπώθηκαν οι απόψεις που αποδίδουν τη δυσλεξία, σε «καθυστέρηση ωρίμανσης» και «ελαφρά εγκεφαλική δυσλειτουργία», οι οποίες όμως δεν έχουν υποστηριχθεί εμπειρικά.

β) Ελλιπής ημισφαιρική κυριαρχία:
Η θεωρία που αποδίδει την ειδική δυσλεξία στην ελλιπή – ημισφαιρική κυριαρχία βασίστηκε σε τρεις λόγους:
Πρώτο στη διαπίστωση ότι η απώλεια της ομιλίας ήταν αποτέλεσμα τραύματος στο αριστερό ημισφαίριο του εγκεφάλου.
Δεύτερο, στην άποψη ότι η δεξιοχειρία και η μονόπλευρη ευθύνη της ομιλίας οφειλόταν σε έμφυτη λειτουργική υπεροχή του αριστερού εγκεφαλικού ημισφαιρίου.
Τρίτο, ότι η αστάθεια της εγκεφαλικής κυριαρχίας εκδηλώνεται με τη δυσκολία εκτίμησης των εννοιών «δεξιο»-«αριστερο». Η δυσκολία αυτή θεωρείται μια από τις αιτίες των καθρεπτικών λαθών που παρατηρούνται στην ανάγνωση των δυσλεξικών παιδιών. Έτσι η μεγάλη συχνότητα αριστεροχειρίας που παρατηρείται στους προβληματικούς αναγνώστες μαζί με τη σύγχυση στις έννοιες του προσανατολισμού και διεύθυνσης. Θεωρήθηκαν ως μαρτυρίες για το ρόλο ημισφαιρικής κυριαρχίας, καθώς στους αριστερόχειρες είναι λιγότερο έκδηλη η ημισφαιρική λειτουργική διαφοροποίηση απ΄ότι στους δεξιόχειρες

(γ) Παράγοντες γενετικών ανωμαλιών
Η «γενετική υπόθεση» ως εξήγηση της ειδικής δυσλεξίας, βασίζεται στη συχνότητα των περιστατικών της δυσλεξίας που παρατηρούνται στα μέλη της οικογένειας του δυσλεξικού παιδιού. Η πιθανότητα ότι η δυσλεξία είναι «οικογενειακή» διατυπώθηκε στις αρχές του αιώνα όταν μετά από συστηματικές παρατηρήσει δυσλεξικών περιπτώσεων, φάνηκε ότι οι κληρονομικοί παράγοντες επενεργούσαν τουλάχιστον σε μερικές περιπτώσεις δυσλεξίας.

(δ) Λειτουργικές ανωμαλίες στην αντιληπτική και γνωστική επεξεργασία
Δεδομένου ότι η ανάγνωση είναι σύνθετη λειτουργία που εμπλέκει οπτικές και οπτικοαντιληπτικές λειτουργίες, επομένως οι οπτικές κινήσεις διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο στην ανάγνωση.

Σύμφωνα με τον Παυλίδη, ο κυριότερος τύπος οφθαλμικών κινήσεων που χρησιμοποιείται είναι οι σακκάδικες

Σακκάδικες ονομάζονται οι κινήσεις των ματιών που πραγματοποιούνται κατά την ανάγνωση

Τα δυσλεξικά παιδιά έχουν ανωμαλίες και περίεργες οφθαλμολογικές κινήσεις. Ακόμα κατά τη διάρκεια της ανάγνωσης πραγματοποιούν περισσότερες προσηλώσεις και παλινδρομικές κινήσεις.

Οι προσηλώσεις έχουν μεγαλύτερη διάρκεια και οι σακκαδικές τους κινήσεις είναι λιγότερο αποτελεσματικές. Κάνουν ασυντόνιστες κινήσεις. Οι οφθαλμολογικές κινήσεις των ατόμων με δυσλεξία, κατά την ανάγνωση έχουν ακανόνιστο και ιδιόρυθμο σχήμα.

Οι ιδιαιτερότητες αυτές των ατόμων με δυσλεξία μπορεί να οφείλονται σε ένα δυσλειτουργικό οπτικοακουστικό σύστημα ελέγχου ή και ένα πιο γνωστικό πρόβλημα σειριοθέτησης ή ακόμα στην αλληλεπίδραση και των δύο παραγόντων.

Ακόμα στα άτομα με δυσλεξία παρατηρείται το φαινόμενο του ασταθούς διοφθαλμικού ελέγχου. Αυτό σημαίνει ότι παρατηρούνται προβλήματα στη σύγκληση των ματιών σε μικρούς στόχους.

Δηλαδή τα γράμματα τα βλέπουν θολά ή να κινούνται

Συμπτωματολογία «Δυσλεξίας»

Οι κυριότερες ενδείξεις του προβλήματος είναι οι εξής:

1. Υπάρχει ασυμφωνία μεταξύ της νοητικής ικανότητας του παιδιού και αναγνωστικής ορθογραφικής επίδοσής του.
2. Το δυσλεξικό παιδί αντιμετωπίζει δυσκολίες στην επεξεργασία των συμβόλων της γραπτής γλώσσας
3. Η ανάγνωσή του διαφέρει ποιοτικά και ποσοτικά απ΄αυτή του κανονικού αναγνώστη.
4. Η αναγνωστική ορθογραφική καθυστέρηση του δεν αποτελεί μέρος μιας γενικότερης μαθησιακής καθυστέρησης του.

Τα συμπτώματα της δυσλεξίας θα μπορούσαμε να τα χωρίσουμε σε 4 μεγάλες κατηγορίες:

(α) ευδιάκριτα χαρακτηριστικά
(β)χαρακτηριστικά της ανάγνωσης και
(γ) χαρακτηριστικά της γραφής – ορθογραφίας.

Πάντως για να χαρακτηριστεί ένα παιδί δυσλεξικό δεν πρέπει να παρουσιάζει απαραίτητα όλα τα παραπάνω συμπτώματα ούτε μόνο ένα από αυτά.

(α) Στα ευδιάκριτα χαρακτηριστικά της συμπεριφοράς του δυσλεξικού παιδιού συγκαταλέγονται τα εξής:

ØΔυσκολία στη διάκριση αριστερού – δεξιού
κυρίαρχο

ØΣύγχυση ως προς το χέρι, μάτι, πόδι
σειράς

ØΔυσκολίες στην αντίληψη των εννοιών της διαζυχής, και διεύθυνσης
υπερκινητικότητα

ØΕνδεχόμενη κινητική αδεξιότητα η
Αντίθεση και της δυσκολίας στην

Øμεταξύ της ικανότητας για την αντίληψη του χώρου αντίληψη και επεξεργασία του γραπτού λόγου
στην αντίληψη της έννοιας

ØΣύγχυση του χρόνου
λέξεων και αριθμών

ØΔυσκολία στην επανάληψη πολυσύλλαβων αντίστροφη σειρά.
λειτουργική ανωμαλία που

ØΕνδεχόμενη οπτικο-αντιληπτική μπορεί να εκδηλωθεί ως δυσκολία στη διάκριση μορφών και στην οπτική μνήμη
ερεθισμάτων

ØΔυσκολία στην αντιστοιχία οπτικών και ακουστικών

(β) Τα κυριότερα αναγνωστικά λάθη
τα

ØΔυσκολία στη διάκριση διαφορετικών λέξεων οι οποίες όμως περιλαμβάνουν ίδια γράμματα (π.σ. ΤΗΣ – ΣΤΗ)

ØΔυσκολία στην ανάγνωση και προφορά ασυνήθιστων λέξεων

ØΛαθεμένη προφορά φωνηέντων
π.χ.Ø«Καθρεπτική ανάγνωση» «Αχ» διαβάζεται «Χα»

ØΠαρεμβολή άσχετων φωνημάτων στην ανάγνωση λέξεων

ØΕνδεχόμενη αντικατάσταση μιας λέξης από άλλη με παρόμοια σημάδια (π.χ. «Σκοτεινός – Μαύρος»)

(γ) Οι δυσκολίες στη γραφή και ορθογραφία

ØΑκαταστασία με αποτέλεσμα οι λέξεις να είναι δυσανάγνωστες

ØΑτελή ευθυγράμμιση των λέξεων πάνω στο χαρτί.

ØΓράμματα ή λέξεις γραμμένα «καθρεπτικά»

ØΧρήση κεφαλαίων γραμμάτων ανάμεσα στα μικρά

ØΠαραλείψεις, επαναλήψεις και αντιμεταθέσεις γραμμάτων που αποτελούν τη λέξη.

Μορφές και τύποι δυσλεξίας

Η δυσλεξία, ως πρόβλημα επεξεργασίας του γραπτού λόγου, διακρίνεται σε δύο μεγάλες κατηγορίες την επίκτητη δυσλεξία και την ειδική δυσλεξία.

Επίκτητη δυσλεξία

Και αυτή η μορφή δυσλεξίας χαρακτηρίζεται από μια δυσκολία η ανικανότητα του ατόμου στην επεξεργασία του γραπτού λόγου. Η διαφορά όμως από την ειδική δυσλεξία βρίσκεται στο ότι στις περιπτώσεις της επίκτητης δυσλεξίας οι ικανότητες της ανώγνωσης, γραφής και ορθογραφίας έχουν πλήρως αποκτηθεί αλλά χάθηκαν ή ελαττώθηκαν ως αποτέλεσμα εγκεφαλικού τραυματισμού στην πλευρικό-κροταφική χώρα του αριστερού ημισφαιρίου
Ο Geschwimd (1962) ξεχώρισε τρεις τύπους επίκτητης δυσλεξίας. Ο πρώτος χαρακτηρίζεται από σοβαρή ανικανότητα στην κατανόηση του προφορικού και γραπτού λόγου και μια δυσκολία στην παραγωγή ορθογραφημένης γραφής. Ο δεύτερος και λιγότερο συνηθισμένος τύπος χαρακτηρίζεται από σαφή ανικανότητα στην ανάγνωση και γραφή. Ο τρίτος τύπος χαρακτηρίζεται από ανικανότητα στην ανάγνωση αλλά όχι και τόσο στην γραφή.

Ειδική δυσλεξία

Η ειδική δυσλεξία χωρίζεται σε 2 κατηγορίες την «οπτική δυσλεξία» και την «ακουστική δυσλεξία»
Οπτική δυσλεξία: Το πρόβλημα των ατόμων με οπτική δυσλεξία εκδηλώνεται ως δυσκολία στη μάθηση κυρίως διαμέσου της οπτικής λειτουργίας. Ανάμεσα στα έκδηλα χαρακτηριστικά είναι η δυσκολία στη διάκριση σύνθετων σχεδίων στην αντίληψη και αναπαραγωγή οπτικών ακολουθιών καθώς και πιθανή αδεξιότητα στη γενική κινητικότητα
Ακουστική δυσλεξία: Η αναγνώριση της ακουστικής δυσλεξίας ως ξεχωριστής μορφής αδυναμίας στηρίζεται στην άποψη ότι η ανάγνωση, παρόλο που σχετίζεται άμεσα με το οπτικό-συμβολικό σύστημα, υποβοηθείται από ακουστικής φύσεως λειτουργίες, όπως η ικανότητα για τη διάκριση ηχητικών ομοιοτήτων ή διαφορών και η ικανότητα σύνθεσης ήχων σε λέξεις ή αντίστροφα. Κάθε ελάττωμα σε αυτές τις λειτουργίες αναπόφευκτα θα επηρεάσει την αναγνωστική απόδοση.

Η ΔΥΣΛΕΞΙΑ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΑΣΘΕΝΕΙΑ.

Διαταραχή Rett

Η διαταραχή Rett πρόκειται για μια νευρολογική διαταραχή, η οποία εμφανίζεται τα δυο πρώτα χρόνια της ζωής, συνήθως μετά από μια περίοδο τουλάχιστον 5 μηνών ομαλής ανάπτυξης. Συνήθως εμφανίζεται σε κορίτσια, αλλά κάποια συμπτώματα εμφανίστηκαν και σε αγόρια (Christen & Hanefeld, 1995). Η διαταραχή είναι εξαιρετικά σπάνια και η αιτιολογία δεν είναι γνωστή.

Χαρακτηριστικά

1. Φυσιολογική περίμετρο κεφαλής κατ τη γέννηση.
2. Επιβράδυνση του ρυθμού ανάπτυξης της κεφαλής μεταξύ 5 και 48 μηνών.
3. Απώλεια σκόπιμων κινήσεων των χεριών μεταξύ 5 και 30 μηνών.
4. Εμφάνιση στερεότυπων κινήσεων των χεριών μεταξύ 5 και 30 μηνών.
5. Απώλεια δεξιοτήτων επικοινωνίας.
6. Ανάπτυξη δυσκολιών κοινωνικής αλληλεπίδρασης.
7. Αδέξιος συντονισμός κινήσεων.
8. Σοβαρή έκπτωση γλωσσικής ανάπτυξης.
9. Βαριά ψυχοκινητική καθυστέρηση.
10. Ελλείμματα στους απλούς τομείς αυτοϋπηρέτησης.

Διαταραχή Ελλειμματικής Προσοχής – Υπερκινητικότητα

Ο όρος ΔΕΠ-Υ ( διαταραχή ελλειμματικης προσοχής ή και υπερκινητικότητας) υποδηλώνει δυσκολίες στην διατήρηση της προσοχής και της συγκέντρωσης που απαιτητέ για την εκτέλεση μιας δραστηριότητας . Τα παραπάνω ενδέχεται να συνοδεύονται από υπερκινητικοτητας, δηλαδή νευρικές κινήσεις ή δυσκολία παραμονής σε μια συγκεκριμένη θέση για κάποιο χρονικό διάστημα .

Κλινική εικόνα

Συνήθη χαρακτηριστικά είναι η δυσκολία συγκέντρωσης και διατήρησης της προσοχής, η αποφυγή για δραστηριότητες που απαιτούν συνεχή πνευματική προσπάθεια , η δυσκολία στην οργάνωση εργασιών , η απώλεια αντικειμένων που του/της είναι απαραίτητα ( πχ μολύβια , τετράδια, ασκήσεις για το σπίτι κ.α) , οι νευρικές κινήσεις των χεριών και των ποδιών, το σκαρφάλωμα ή στριφογύρισμα σε μη κατάλληλους χώρους, οι απερίσκεπτες απαντήσεις πριν την ολοκλήρωση των ερωτήσεων, η συνεχής και ακατάπαυστη ομιλία και η δυσκολία στην αναμονή όταν τηρείται σειρά προτεραιότητας.
Η κλινική εικόνα και τα συμπτώματα ενδέχεται να ποικίλουν σε βαρύτητα και επηρεάζονται από πολλούς παράγοντες . Ως πρωταρχικό κριτήριο ανησυχίας τίθεται ο βαθμός και η συχνότητα της εκδήλωσης των συμπτωμάτων σε σχέση με την ηλικία του παιδιού, κατά πόσον δηλαδή παρεκκλίνει από αλλά παιδιά αντίστοιχης ηλικίας.
Επιπροσθέτως, ανάλογα με την ηλικία του παιδιού και τις απαιτήσεις στις οποίες πρέπει να ανταπεξέλθει, μπορεί να εμφανίζει συνωδά προβλήματα όπως μαθησιακές δυσκολίες, δυσκολίες στην ομιλία ή στην ανάπτυξη του λόγου, στην κινητική ανάπτυξη ή στις ικανότητες προσαρμογής .

Αιτιολογία

Η αιτιολογία είναι πολυπαραγοντική. Κυριως ενοχοποιούνται νευρολογικοί και γενετικοί παράγοντες. Οι πραγματοποιηθείσες έρευνες, καθώς και το γεγονός της πρώιμης εμφανίσεις ( μπορεί να εμφανιστεί ακόμη και από την βρεφική ηλικία ) και της επιμονής των συμπτωμάτων , καταδεικνύουν την ύπαρξη διαταραχών στο προμετωπιαίο εγκεφαλικό φλοιό , που είναι υπεύθυνος για την προσοχή και την οργάνωση της συμπεριφοράς. Στην ιδια περιοχή επίσης , έχει παρατηρηθεί μειωμένος μεταβολισμός της γλυκόζης .
Όσον άφραστους κληρονομικούς παράγοντες, φαίνετε ότι συγγενείς των παιδιών με ΔΕΠ-Υ παρουσιάζουν πολλές φορές ανάλογες διαταραχές , ενώ εάν ένα γονέας έπασχε ή πάσχει από ΔΕΠ-Υ , η πιθανότητα εμφάνισης να παρουσιάσει το παΐδι τη διαταραχή είναι περιπου 57% . Υπολογίζεται ότι τα προσωπικά βιώματα του κάθε παιδιού επηρεάζουν κατά 9 -20 % την εκδήλωση των συμπτωμάτων ( όταν πρόκειται για δίδυμα που έχουν μεγαλώσει σε διαφορετικά περιβάλλοντα) . Ειναι πολύ σημαντικό να σημειωθεί ότι η αντιμετώπιση – συμπεριφορά του οικογενειακού και του σχολικού περιβάλλοντος, παρόλο που δεν σχετίζεται με την εκδήλωση των συμπτωμάτων , παίζει καθοριστικό ρολό στην εξέλιξη και πορεία της διαταραχής .

Διαταραχή Asperger

Το 1944 ο Hans Asperger την ονόμασε «αυτιστική ψυχοπάθεια». Η διαταραχή Asperger είναι μια σοβαρή αναπτυξιακή διαταραχή, η οποία χαρακτηρίζεται από σημαντικές δυσκολίες στην κοινωνική αλληλεπίδραση από παράξενα ενδιαφέροντα και ασυνήθιστες μορφές συμπεριφοράς παρόμοιες με αυτές που χαρακτηρίζουν τον αυτισμό (Volkmar et al, 1996).

Χαρακτηριστικά

1. Φυσιολογική νοημοσύνη.
2. Κανονική γλωσσική ανάπτυξη (Volkmar et al, 1996).
3. Δεξιότητες επικοινωνίας και προσαρμογής στο περιβάλλον.
4. Κινητική αδεξιότητα.
5. Καθυστέρηση στην κινητική ανάπτυξη (Wing, 1981b).
6. Εκκεντρικότητα.
7. Ασχολία με περίεργες αφηρημένες ιδέες και εμμονές για θέματα όπως καιρικά φαινόμενα, γεωγραφία.
8. Δυσκολία στη δημιουργία φιλικών σχέσεων.
9. Τάσεις απομόνωσης.
10. Λόγος παράξενος και με ιδιομορφίες.

Ειδική Γλωσσική Διαταραχή – Specific Language Impairment

Η ειδική γλωσσική διαταραχή είναι μια διαταραχή που επηρρεάζει μόνο την ανάπτυξη των γλωσσικών ικανοτήτων, ενώ απουσιάζουν νευρολογικές, ψυχολογικές, γνωστικές και αισθητικο-κινητικές βλάβες. Όλοι οι άλλοι τομείς ανάπτυξης στο παιδί (όπως ψυχοκινητική, συναισθηματική) εξελίσσονται φυσιολογικά. Συναντάται συχνότερα στα αγόρια και μπορεί να εκδηλωθεί στα πρώτα έτη, στην παιδική ή εφηβική ηλικία και σπανιότερα στην ενήλικη ζωή.
Η γλωσσική ανάπτυξη παρουσιάζει καθυστέρηση, δηλαδή το παιδί καθυστερεί να πεί τις πρώτες του λέξεις και φράσεις σε σχέση με άλλα παιδιά της ηλικίας του. Στη συνέχεια, μπορεί να παρουσιάζει καθυστέρηση στην κατάκτηση των φθόγγων, περιορισμένο λεξιλόγιο, και αδυναμία στη χρήση και κατανόηση της γλώσσας σε επίπεδο συζήτησης. Χαρακτηριστική είναι η δυσκολία στην γραμματική, δηλαδή τα παιδιά δυσκολεύονται να χρησιμοποιήσουν σωστά χρόνους, ρήματα, πτώσεις, άρθρα και προθέσεις, καθώς και η δυσκολία στην ορθή σύνταξη μιας πρότασης. Οι προτάσεις συνήθως είναι μικρές και απλές σε έννοιες και σε σύνταξη. Επίσης, εμφανίζουν αδυναμία στην αφήγηση, και πιό συγκεκριμένα δεν μπορούν να χρησιμοποιήσουν τις αλληλουχίες των γεγονότων ώστε η αφήγηση να είναι κατανοητή από τον ακροατή.

Αιτιολογία:
Η αιτιολογία της ΕΔΓ δεν έχει αποσαφηνιστεί. Ενοχοποιούνται γενετικοί και κληρονομικοί παράγοντες (συγγενείς με την ίδια διαταραχή), και διαταραχές σε συγκεκριμένα σημεία του εγκεφάλου που επεξεργάζονται τα ακουστικά ερεθίσματα, δηλαδή ενδέχεται η ακουστική πληροφορία να μην αποθηκεύεται ή να μην απομνημονεύεται γρήγορα.

Διάγνωση – Αντιμετώπιση:

Η έγκαιρη διάγνωση από λογοπεδικό είναι καθοριστική, λόγω του ότι οι δυσκολίες του παιδιού αποκτούν μεγαλύτερες διαστάσεις με την είσοδό του στο σχολείο, λόγω ακόμη μεγαλύτερων γλωσσικών απαιτήσεων. Η δυσκολία στην χρήση της γλώσσας με τους συνομιλήκους μπορεί να οδηγήσει το παιδί σε μοναχικότητα. Η αντιμετώπιση της διαταραχής από τον ειδικό μπορεί να συνισφέρει στην πρόληψη μελλοντικών δυσκολιών και να μειώσει κατά πολύ τις ήδη υπάρχουσες.

Παρόμοια θέματα …

Επικοινωνία

210-2849674

info@ekfrasikailogos.gr